Κάποιοι σύνδεσμοι σε πηγές τεκμηρίωσης που παρατίθενται στα κείμενα ενδέχεται να μην είναι ενεργοί. Κάποιες από τις πηγές μπορούν να ανακτηθούν συμπληρώνοντας το URL του συνδέσμου (δεξί κλικ στο σύνδεσμο) στο Wayback Machine (http://archive.org/index.php)

31.10.11

Η άβυσσος των μηχανορραφιών και εκβιασμών στις πανεπιστημιακές εκλογές και το πανεπιστημιακό παρακράτος

.


Αποσπάσματα από άρθρο στο Αντίφωνο με τίτλο:
Η αναξιοκρατία των πανεπιστημίων μας*
του π. Βασίλειου Θερμού

Ένα από τα επίσης άγνωστα στο ευρύ κοινό πεδία της αναξιοκρατίας αποτελεί το Πανεπιστήμιο, πιθανόν ο αμέσως χειρότερος χώρος μετά τον στρατό. ....

Είναι ελάχιστοι εκείνοι που δεν δίστασαν να τολμήσουν το αδιανόητο για τα ελληνικά δεδομένα, να δημοσιοποιήσουν δηλαδή κραυγαλέες περιπτώσεις ευνοιοκρατίας στα πανεπιστημιακά πράγματα: από όσο γνωρίζω υπάρχουν μόνο τα βιβλία
του καθηγητή κ. Χαράλαμπου Μουτσόπουλου «Μικρές ιστορίες... μακράς πορείας» και του καθηγητή κ. Δημήτρη Τσαρδάκη «Οι Αλιγάτορες των πανεπιστημίων»,
αμφότερα χωρίς τα στοιχεία των «δραστών» της αναξιοκρατίας,

καθώς επίσης και τα βιβλία του καθηγητή κ. Γεωργίου Χριστοδούλου «Φιλολογικά ραπίσματα» (εκδ. Στιγμή)
και του καθηγητή κ. Θέμη Λαζαρίδη «Ο δρόμος για την αναγέννηση του ελληνικού Πανεπιστημίου», αμφότερα με πλήρη ονόματα!
Δεν υπάρχει σε κανέναν αμφιβολία ότι μια μερίδα συμπολιτών μας πασχίζει να διασώσει την ανθρωπιά και την ευσυνειδησία σε κάθε τομέα της δημόσιας ζωής.
Το ίδιο συμβαίνει και στα Πανεπιστήμια, όπου κάποιοι ιδεολόγοι δάσκαλοι αγωνίζονται για την πρόοδο της επιστήμης και για το καλό των νέων που τους εμπιστεύθηκε η κοινωνία.
Έναν αγώνα με κόστος, ενάντια στον κομματισμό και τους τραμπουκισμούς.
Είχα τη χαρά να γνωρίσω τέτοιους πανεπιστημιακούς.

Όμως με βαθειά θλίψη πρέπει να παραδεχθούμε πως η εικόνα αυτή δεν είναι ο κανόνας.
Την πεποίθηση μου αυτή δεν αντλώ μόνο από τη δική μου περίπτωση που ο αναγνώστης θα έχει την ευκαιρία να διαβάσει στη συνέχεια· στο κάτω-κάτω θα μπορούσε να είναι μεμονωμένη.
Μου προκύπτει και από πλήθος αφηγήσεων άλλων, αγωνιζόμενων πανεπιστημιακών, τις οποίες μου έχουν εμπιστευθή.
Φίλος που εξελέγη επίκουρος καθηγητής σε επαρχιακό ΑΕΙ μου είπε:
«Έχω χάσει τον ύπνο μου. Δεν είχα διανοηθη ποτέ ότι συμβαίνουν τέτοια πράγματα στα πανεπιστήμια
Λοιπόν, έχω την πεποίθηση ότι τη χαλαρότατη μέχρις εξαφανίσεως θεσμική συνείδηση των πανεπιστημιακών μας δεν την έχει γνωρίσει ακόμη η κοινωνία.
Τα παρασκήνια των ΑΕΙ εξακολουθεί να τα αγνοεί.

Δηλαδή αγνοεί την άβυσσο των μηχανορραφιών και των εκβιασμών από τις οποίες συχνά συνοδεύονται οι πανεπιστημιακές κρίσεις.
Το ποιός έχει σημαντικότερο έργο ή το ποιός έχει αναγνωρισθή από τη διεθνή κοινότητα ή το ποιός διαθέτει πιο πρωτότυπη σκέψη κτλ. σε πολλές κρίσεις δεν διαδραματίζει κανένα ρόλο.
Εκείνο που μετρά είναι οι συμπάθειες και οι αντιπάθειες, το αν ο υποψήφιος κρίνεται «συνεργάσιμος» δηλαδή ευπειθής και άβουλος, προκειμένου οι «οπλαρχηγοί» του Τμήματος να μπορούν να συνεχίσουν ανεμπόδιστοι τα σχέδια επιρροής και εξουσίας τους.
Άλλα κριτήρια εκλογής καθηγητών είναι η εξόφληση «γραμματίων» υποχρεώσεων και οι ψυχροί υπολογισμοί για το μέλλον.
«Άλλοι αποζημιώνουν συνεργάτες τους που επί πολλά έτη έκαναν γι’ αυτούς εργασία που έπρεπε να κάνουν οι ίδιοι.
Άλλοι βοηθούν κάποιο συνεργάτη τους να προαχθή στη θέση του καθηγητή μέχρις ότου ωριμάσει κάποιο μέλος της οικογένειάς τους (εννοεί: να «κρατά» καλυμμένη και εξασφαλισμένη τη θέση).
Άλλοι βοηθούν τον δικό τους για να μην έλθει καλύτερος καθηγητής και έτσι αναδειχθή η ανεπάρκειά τους».

Άλλοι, έχοντας «δικούς» τους δυνητικούς υποψήφιους οι οποίοι όμως αργούν ακόμη για την κατάληψη θέσης, φθάνουν σε τέτοιο υπολογιστικό σημείο ώστε να μη δέχονται για διδακτορικό υποψήφιους που φαίνονται ικανοί για μελλοντικοί εξέλιξη
ή να σαμποτάρουν το διδακτορικό τους αν το κάνουν αλλού.

Άλλοι αρνούνται η κωλυσιεργούν να χορηγήσουν συστατικές επιστολές για μεταπτυχιακές σπουδές στο εξωτερικό, ώστε να μην επιστρέψει με προσόντα ο ενδιαφερόμενος και διεκδικήσει θέση που προορίζεται για γόνο.
Ανώνυμος πανεπιστημιακός της Ιατρικής γράφει:
«Δεν είναι μόνο ότι έχουν βοηθηθή συγκεκριμένοι γόνοι για να καταλάβουν θέσεις.
Ολόκληρα τμήματα νέκρωσαν για δεκαετίες (δεν δίνονταν διατριβές, δεν προσλαμβάνονταν άνθρωποι με προσόντα) με μόνο κίνητρο να μην υπάρχει ανταγωνιστής για τον γόνο που αναμενόταν. Δεν είναι δηλαδή ότι βοήθησαν τους συγγενείς τους, έκοψαν και τα πόδια οποιουδήποτε πιθανού ανταγωνιστή
».
Κανείς δεν είναι σε θέση να γνωρίζει την έκταση αυτού του τριτοκοσμικής φύσης προβλήματος.
Γνωστή μου, καθηγήτρια Ιατρικού Τμήματος της χώρας μας, με διαβεβαίωσε πως
το ποσοστό των πράγματι αξιοκρατικών εκλογών στο Τμήμα της είναι
χαμηλότερο από το 10%!

Αυτοί που, όπως κι εγώ, αντιδρούν με έκπληξη στους αριθμούς αυτούς θα πρέπει να συνυπολογίσουν και εκείνους
τους επιστήμονες που δεν υποβάλλουν ποτέ υποψηφιότητα για μια θέση όταν γνωρίζουν ότι την έχει εξασφαλίσει ένας με κατώτερο έργο αλλά ευνοούμενος.
Έτσι τυπικά η εκλογή πιθανό να φαίνεται αξιοκρατική αλλά η πραγματικότητα είναι άλλη.
Αθροιζομένων και αυτών των περιπτώσεων τα ποσοστά αξιοκρατικών εκλογών καταβαραθρώνονται.
Επίσης χρειάζεται να θυμόμαστε εδώ ότι αναξιοκρατική εκλογή δεν σημαίνει υποχρεωτικά πως είναι και τυπικά παράνομη!
Είναι φανερό ότι αυτός ο συνδυασμός αναξιοκρατίας και νομιμότητας δένει τα χέρια όσων υποψηφίων ή πανεπιστημιακών θα ήθελαν να κινηθούν περαιτέρω με ένδικα μέσα.

Όπως και σε άλλους τομείς της δημόσιας ζωής, η απουσία θεσμικής συνείδησης εξηγεί γιατί στον τόπο μας δεν φθάνεις ψηλά αν δεν έχεις κάποιον «προστάτη».

Με την βοήθεια ισχυρού ανεβαίνουν ακόμη και οι μέτριοι, χωρίς την βοήθειά του παραμένουν στάσιμοι ακόμη και οι άριστοι. Η αδιανόητη για ευνομούμενο κράτος αυτή κατάσταση έχει τις ρίζες της στους θεσμούς της πατρωνείας που σημάδεψαν την ελληνική πολιτική και κοινωνική ζωή, και των οποίων η ανάλυση περιμένει ακόμη τον ψυχολόγο και τον ανθρωπολόγο.

Όταν γίνεται συζήτηση σέ ένα πανεπιστημιακό Τμήμα για να προκηρυχθή μια καινούργια θέση, τα ερωτήματα που ένας φυσιολογικός άνθρωπος και έντιμος διδάσκων θα πρέπει να αντιμετωπίσει είναι:
(Αν είναι νέα θέση:) Χρειάζεται μια τέτοια προκήρυξη για την προαγωγή της επιστήμης και για τις ανάγκες του Τμήματος;
(Είτε είναι νέα είτε παλαιά θέση:) Υπάρχει στον εγχώριο και διεθνή ορίζοντα κάποιος υποψήφιος που ανταποκρίνεται στις προδιαγραφές; Αν υπάρχουν περισσότεροι από έναν, ποιός από αυτούς πληροί καλύτερα τα κριτήρια για διδασκαλία και έρευνα;
Αντίθετα, τα ερωτήματα που αυτομάτως, εν είδει αντανακλαστικού, αναφύονται στο μυαλό ενός εξανδραποδισμένου διδάσκοντα είναι:
Από ποιόν προέρχεται η πρόταση για την προκήρυξη;
(Αν ανήκει σε αντίπαλο στρατόπεδο θα την καταψηφίσει, εκτός αν κατά σύμπτωση βολεύει άλλες επιδιώξεις του).

Υπάρχει στον εγχώριο και διεθνή ορίζοντα κάποιος υποψήφιος που θα μπορέσει να εξυπηρετήσει τους σκοπούς μου;

Αν είναι χαμηλόβαθμος: Πώς πρέπει να κινηθώ καθ’ όλη τη διαδικασία της κρίσης ώστε να μείνει ευχαριστημένος ο καθηγητής-προστάτης μου;

Αν είναι υψηλόβαθμος: Ποιός υποψήφιος θα είναι πιο χειραγωγήσιμος ώστε να αυξήσω την αριθμητική δύναμη της ομάδας που ελέγχω; Μήπως αυτός αποσπάσει μέρος των επιχορηγήσεων για την έρευνα που τώρα λαμβάνω εγώ;

Εν τέλει (και αυτό συμπυκνώνει όλο το προβληματισμό του), τι επιπτώσεις θα έχει σε εμένα όλη αυτή η υπόθεση;
Σε αυτές τις αποκρουστικές διερωτήσεις θα πρέπει να προστεθούν και ειδικότερες αγωνίες.
Αν ενδιαφέρεται να προωθήσει αργότερα το παιδί του ή άλλον συγγενή για εκλογή: Θα είναι ο υποψήφιος «συνεργάσιμος» σε αυτό το σκοπό;
Μήπως ψηφίζοντας αυτόν που δεν θέλει ο ισχυρός θα τον βρω εμπόδιο αργότερα στην πορεία του συγγενούς μου; Αν τον συνέχει η δική του εξέλιξη σε ανώτερη βαθμίδα:
Πώς δεν θα δυσαρεστήσω τους ισχυρούς του τμήματος με την ψήφο μου;
Αν έχει φιλοδοξίες για την εκλογή του στην προεδρία ή την πρυτανεία: Θα παραμείνει υπό τον έλεγχό μου ή θα τον προσεταιρισθή άλλος ανταγωνιστής;
Αν έχει καταφέρει να δημιουργήσει γύρω του έναν κύκλο ακόλουθων και θαυμαστών: Θα συνεχίσω να αποτελώ πόλο έλξης ή θα «κλέψει την παράσταση» κάποιος ικανότερος; κ.ο.κ.
Μέ λίγα λόγια, μετά από κάποια χρόνια σταθερής εξάσκησης η νοοτροπία αυτή εμπεδώνεται και αυτοματοποιείται, οπότε ο πανεπιστημιακός χάνει την ικανότητα να σκεφθή φυσιολογικά.
Του αναλύουν οι υποψήφιοι το έργο τους και την ίδια στιγμή το μυαλό του «ταξιδεύει» στις ισορροπίες και στις επιδιώξεις του.
Αποκτά δηλαδή την «αναπηρία» να μεταφράζει αυτόματα κάθε λόγο, κάθε πρόταση, κάθε γεγονός, σε ενδεχόμενο που θα επηρεάσει (ευμενώς ή δυσμενώς) το δικό του συμφέρον. Κάτι πιθανόν γνώριμο από την πολιτική αλλά που όμως έχει μολύνει και τον χώρο της παιδείας.
Όλα αυτά τα διεστραμμένα παιγνίδια «παίζονται» πάνω στις πλάτες νέων (αλλά καμιά φορά και καταξιωμένων) επιστημόνων οι οποίοι επιθυμούν να προσφέρουν και να διακριθούν.
Έτσι το μέλλον και της επιστήμης και των φοιτητών χάνεται στα θολά νερά της ιδιοτέλειας.
Το έγκλημα της εμπαθούς απόρριψης κάποιων υποψηφίων και της εξ ίσου εμπαθούς προτίμησης άλλων αποτελεί «ύβρη».
Και τούτο διότι διαπράττεται στο όνομα της εξουσίας την οποία το ελληνικό κράτος έχει παραδώσει στα χέρια των ακαδημαϊκών δασκάλων.
Δεν διαχειρίζονται την ιδιωτική τους επιχείρηση, αλλά το κοινό συμφέρον του λαού, με μια δικαιοδοσία την οποία η πολιτεία τους εμπιστεύθηκε. Συνεπώς η ικανοποίηση προσωπικών φιλοδοξιών και εξουσιαστικών τάσεων και συμφερόντων μέσα από τη θεσμική θέση για την οποία αμείβονται, καταντά βαρύτατος σφετερισμός και φανερώνει τη σύγχυση μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού η οποία ενδημεί στις συνειδήσεις πολλών Ελλήνων. Το έλλειμμα θεσμικής συνείδησης μετατρέπει το δημόσιο αγαθό σε ατομικό κλοπιμαίο.
Το οικονομικό καθεστώς των ΑΕΙ αποτελεί ένα ακόμη χαρακτηριστικό δείγμα της δημοσιοϋπαλληλικής ανευθυνότητας και ραστώνης.
Επειδή τα Πανεπιστήμιά μας είναι αποκλειστικά κρατικοδίαιτα το προσωπικό τους δεν έχει κανένα συμφέρον να αναβαθμίσει την εικόνα της δικής του Σχολής στη διεθνή και εγχώρια επιστημονική κοινότητα.
Μια αξιοκρατική εκλογή δεν έχει τίποτε (πέραν των αρχών και αξιών) να προσθέσει σε ένα ελληνικό πανεπιστήμιο, δεν ενθαρρύνεται από κανένα κίνητρο πέρα από το ανιδιοτελές της «φιλοπατρίας», δηλαδή από το κίνητρο της αγάπης για την επιστήμη και για τον τόπο.
Στον ανεπτυγμένο δυτικό κόσμο ευφυώς δημιουργούνται και λιγώτερο «αλτρουϊστικά» αντίβαρα: η αναβάθμιση ενός Πανεπιστημίου ή Σχολής έχει ως ισχυρότατο κίνητρο την προσέλκυση τόσο φοιτητών όσο και πόρων. Αναζητούν το καλύτερο καθηγητικό προσωπικό που επιτρέπει ο προϋπολογισμός τους.
Γνωρίζουν καλά ότι αν υποχωρήσουν στις σειρήνες της αναξιοκρατίας θα το πληρώσουν με τρόπο που δεν θα τους είναι καθόλου ευχάριστος. «Με οποιαδήποτε πολιτική κατευθύνονται πόροι προς τα πανεπιστήμια, αναλόγως με τις υποδομές και την ποιότητα του προσωπικου τους απολαμβάνουν και υψηλότερη χρηματοδότηση...
Ο ανταγωνισμός αυτός πιέζει κάθε πανεπιστήμιο να αποδέχεται τις αιτήσεις των καλύτερων υποψήφιων φοιτητών, καθώς η ελκυστικότητά του για τους φοιτητές καθορίζεται αποκλειστικά και μόνο από τη φήμη που αυτό έχει αποκτήσει με βάση τις επιδόσεις των αποφοίτων του. Την ίδια στιγμή προσλαμβάνει και αμείβει ανάλογα με τις επιδόσεις τους τους καλύτερους καθηγητές που θα μπορούσε να αποκτήσει, προκειμένου να αυξήσει την ελκυστικότητά του απέναντι στους υποψήφιους φοιτητές».
Εδώ και τα δύο ζητήματα (φοιτητές, πόροι) είναι λυμένα διότι γι’ αυτά φροντίζει το πατερναλιστικό κράτος (δυσανάλογα μάλιστα, αφού στέλνει σταθερά στα ΑΕΙ περισσότερους φοιτητές από όσους αντέχουν και από όσους απαιτούνται για την κοινωνία, καθώς και λιγώτερους πόρους από όσους χρειάζονται!).
Αποτέλεσμα; το καθηγητικό προσωπικό μπορεί ανενόχλητο να επιδίδεται στο παιγνίδι των παρασκηνίων, αφού γνωρίζει καλά ότι δεν θα επηρεασθή στο ελάχιστο το μισθολογικό του καθεστώς, οποιαδήποτε και να είναι η μοίρα του ιδρύματος του. Έτσι διατηρούν τη δυνατότητα να αφήνουν ακάλυπτα γνωστικά αντικείμενα ζωτικής σημασίας και να προκηρύσσουν άλλα με τίτλο σχεδόν παρόμοιο με το διδακτορικό κάποιου «δικού» τους, αφού δεν θα υπάρξει καμιά συνέπεια για το Τμήμα από το τι διδάσκονται και τι δεν διδάσκονται οι φοιτητές του.
Αν σε μια εκλογή παρανομήσουν και ο αδικημένος δικαιωθή, την ενδεχόμενη επιδικασθείσα αποζημίωση θα την καταβάλει το ίδρυμα και όχι οι ίδιοι που σκόπιμα παρέβησαν το νόμο!
Προσωπικές ποινές (κάτι σπανιότατο) επιβάλλονται μόνο σε πειθαρχικά ή ποινικά αδικήματα, όπως αυτά για τα οποία καταδικάσθηκαν για καταχρήσεις προ ετών πανεπιστημιακοί του Παντείου, μια μοναδική εξαίρεση όμως για τα ελληνικά δεδομένα. (Επρόκειτο για μια υπόθεση που έφθασε σε δίκη 10 χρόνια μετά από τη μήνυση(!), χάρη στην επιμονή κάποιου καθηγητή ο οποίος στο μεταξύ είχε πεθάνει…)!
Μέ λίγα λόγια, το ελληνικό πανεπιστημιακό σύστημα αποτελεί (ως προς τον τρόπο οργάνωσης του και τους ρυθμούς του) παγκόσμια πρωτοτυπία, ένα κατάλοιπο σοβιετικής νοοτροπίας, μόνο που η αποφασίζουσα γραφειοκρατία δεν βρίσκεται κάπου άνωθεν αλλά αποτελείται από το επιστημονικό προσωπικό.
(Οι διαφορές από τη Σοβιετική Ένωση είναι ότι, πρώτον, κανείς δεν ενδιαφέρεται για το τί διδάσκεις, και δεύτερον, δεν πάς στη φυλακή αν ψηφίσεις αντίθετα από τους ισχυρούς).
Έχουμε δηλαδη στο τόπο μας ένα υβρίδιο, μια πανίσχυρη και ιδιότυπη ΔΕΚΟ, όπου ολόκληρη η λειτουργία του Πανεπιστημίου είναι δημόσια χωρίς να υπάρχουν ουσιαστικά και στη πράξη ασφαλιστικές δικλείδες του Δημοσίου ως προς τα κριτήρια επιλογής μελών ΔΕΠ (παρά τις προβλεπόμενες προδιαγραφές του νόμου), κριτήρια τα οποία έχουν πλέον παραδοθεί στο ιδιωτικό και συντεχνιακό συμφέρον!
Το θεσμικό πλαίσιο και οι οικονομικοί πόροι είναι του κράτους, ενώ οι καθηγητές εκλέγουν όποιον τους αρέσει και αποκλείουν όποιον αντιπαθούν!
Εύλογο, αφού ουδεμία κύρωση πρόκειται να υπάρξει.
Το πανεπιστήμιο δίνει μάχες για το αυτοδιοίκητο αλλά δεν αναλαμβάνει την πλήρη του ανεξαρτησία που περιλαμβάνει και την οικονομική, οπότε ουσιαστικά απαιτεί απόλυτη οικονομική κάλυψη στις όποιες αναξιοκρατικές επιλογές του. Είναι ένα σύστημα που «πατάει σε δύο βάρκες» γι’ αυτό και βουλιάζει. Το λογικά αντιφατικό και ηθικά απαράδεκτο αυτού του καθεστώτος μόλις και είναι ανάγκη να επισημανθή.
Τα συμφέροντα στα ΑΕΙ δεν είναι μεμονωμένα. Για την καλύτερη προάσπισή τους οργανώνονται σε δίκτυα. Με λόγια του καθηγητή κ. Αθανάσιου Γκότοβου, «το δίκτυο είναι η αθέατη πλευρά της θεσμοθετημένης δομής σε ένα ΑΕΙ.
Εάν π.χ. τα πρόσωπα που κατέχουν συγκεκριμένες θέσεις και είναι φορείς αντίστοιχων ρόλων σε κρίσιμα για τη λειτουργία ενός πανεπιστημίου πόστα συγκροτήσουν ένα πελατειακό δικτυο και αρχίσουν να συμπεριφέρονται ανομικά, προσανατολίζοντας τη δράση τους στους σκοπούς του δικτύου αντί να την προσανατολίσουν στη βούληση του νομοθέτη, δημιουργείται μια παράλληλη πανεπιστημιακή δομή η οποία δρα με ιδιωτικά κριτήρια, ενώ ταυτόχρονα μέσω νομιμοφανών πρακτικών παρουσιάζει τη δράση της ως θεσμική συμπεριφορά.
Το βασικό όργανο για την παραγωγή νομιμοφάνειας κάτω από τις σημερινές συνθήκες λειτουργίας των ΑΕΙ είναι ο έλεγχος εκ μέρους του δικτύου των πλειοψηφιών στα διάφορα όργανα διοίκησης- στην καθημερινή πανεπιστημιακή αργκό: ‘τα κουκιά’». Με απλή καθημερινή γλώσσα το φαινόμενο που περιγράφεται εδώ ονομάζεται παρακράτος.
Συμπερασματικά, το ιδιόμορφο αυτό καθεστώς των πανεπιστημίων μας λειτουργεί αναπόφευκτα ως το ιδανικό κλίμα για την εκκόλαψη της αναξιοκρατίας και της ειδικώτερης μορφής της που είναι η οικογενειοκρατία.
Οι σοβαροί επιστήμονες ευφραίνονται όταν συναντούν διάλογο, ο οποίος φυσικά περιλαμβάνει και αντιρρήσεις.
Οι δικοί μας, ακόμη και σημαντικοί θεολόγοι, την αντίρρηση τη βιώνουν ως αχαριστία ή και επιθετικότητα!
Όποιος έχει παρακολουθήσει δημόσιους επιστημονικούς διαλόγους στην Ελλάδα ανακαλύπτει συχνά πως ενώ δύο πανεπιστημιακοί φαινομενικά διαφωνούν για κάποιοι επιστημονικό θέμα στην πραγματικότητα υπάρχουν άλλα κρυφά αίτια της διαφωνίας, όπως επαγγελματικοί διαξιφισμοί, ανταγωνισμοί για τη δημοσιότητα, πικρίες και κακίες, παλιές εκδικήσεις και πολλές άλλες μικρότητες.
Φίλος μου με σπουδές σε ευρωπαϊκά πανεπιστήμια υπέβαλε υποψηφιότητα σε κάποιο ΑΕΙ της χώρας μας. Καταγράφω τις εξής δύο εμπειρίες του.
Ένας εκλέκτορας του είπε: «Κοίταξε, εγώ χρωστάω την εκλογή μου στον τάδε. Αν αυτός σε ψηφίσει θα σε ψηφίσω κι εγώ»!
Άλλος που ήταν και εξωτερικός εισηγητής του είπε: «Βλέπω ότι είσαι μέσα στο θέμα του γνωστικού αντικειμένου. Όμως από το Τμήμα σου μού ζητούν να γράψω πως είσαι εκτός»!
Το εγχείρημα της επώνυμης δημοσιότητας το οποίο αποπειρώμαι τώρα που η υπόθεση έκλεισε, δεν είναι παρορμητικό αλλά βλέπει το φως μετά από ώριμη σκέψη. Είμαι απολύτως ενήμερος του γεγονότος πως είναι τολμηρό και ασυνήθιστο.
Έχει επιχειρηθή από ελάχιστους, όταν έφθασαν στην κορυφή της εξέλιξής τους που τους παρείχε ασφάλεια.
Θεωρώ πολύ πιθανό ότι θα το «πληρώσω» με ποικίλους τρόπους επειδή παραβιάζει άγραφους κανόνες των πανεπιστημιακών πραγμάτων.
Οι περισσότερες αδικίες σκεπάζονται με τη σιωπή των θυμάτων, είτε διότι κατά την ηλικία είναι ακόμη νέοι και δεν τολμούν, όχι να κατηγορήσουν δημόσια τους θύτες, αλλά ούτε και να διεκδικήσουν την προστασία τους από τη δικαιοσύνη, είτε για να μην ερεθίσουν τους αδικοπραγήσαντες έτσι ώστε να επωφεληθούν αργότερα από μιαν άλλη ευκαιρία. Κατανοητά και συγγνωστά τα αίτια.
Τα πάθη και η μνησικακία είναι τόσο έντονα στα Πανεπιστήμιά μας ώστε όποιος τολμήσει απλώς και να προσφύγει στο νόμο τίθεται σε δυσμένεια.
Αλλά δεν επιθυμώ να επιτρέψω στον φόβο να γίνει κριτήριο των ενεργειών μου. Τα θεϊκά δώρα της ελευθερίας της σκέψης και της δημιουργικότητας πρέπει να προστατευθούν.
Και επίσης τα δημοσιεύω επώνυμα διότι θέλω να συνεχίσω να έχω την ικανοποίηση ότι ποτέ στη ζωή μου δεν αρθρογράφησα ανώνυμα ή με ψευδώνυμο. Μου προτάθηκε από φίλους που με αγαπούν να αναβάλω τη δημοσίευση για πολλά χρόνια.
Όμως θεωρώ ότι, για να έχει αξία και αντίκρυσμα μια καταγγελία των κακώς κειμένων, δεν επιτρέπεται να γίνεται ως χρονικά «υπερώριμη», υπό τη μορφή απομνημονευμάτων ενός απομάχου, ούτε έγκαιρα μεν «ξεδοντιασμένη» δε, δηλαδή χωρίς ονόματα αλλά με υπαινιγμούς. Τελικά υπεύθυνη στάση του πολίτη είναι εκείνη που δυνητικά έχει κόστος.

* προδημοσίευση από το νέο βιβλίο "Έθνος Σκαντζόχοιρος", π. Βασίλειος Θερμός, εκδ, Αρμός 2011.
Για την παρουσίαση του βιβλίου στις 3/11/2011 δείτε εδώ