Κάποιοι σύνδεσμοι σε πηγές τεκμηρίωσης που παρατίθενται στα κείμενα ενδέχεται να μην είναι ενεργοί. Κάποιες από τις πηγές μπορούν να ανακτηθούν συμπληρώνοντας το URL του συνδέσμου (δεξί κλικ στο σύνδεσμο) στο Wayback Machine (http://archive.org/index.php)

29.10.11

Άλλοι άνθρωποι

Μια μεσήλικη γυναίκα καθόταν σε ένα παγκάκι σε έναν πεζόδρομο έξω από μια εκκλησία.
Δίπλα της ήταν ακουμπισμένες μερικές μπλε σακκούλες με τα υπάρχοντά της.
Προφανώς η γυναίκα αυτή ήταν άστεγη.

Δεν έβλεπε το πρόσωπό της, μόνον την πλάτη της. Το παγκάκι έβλεπε στην εκκλησία.
Είχε βγει μια βόλτα στην πόλη και επέστρεφε από τον πεζόδρομο αυτό.

Πλησίασε τη γυναίκα και έτεινε το χέρι του να της δώσει κάποια χρήματα.
«Μου επιτρέπετε να σας κεράσω κάτι» της είπε.

Η γυναίκα γύρισε προς το μέρος του.
«Δεν χρειάζεται. Σας ευχαριστώ πολύ» του είπε.

Έσκυψε το κεφάλι κάτω, έβαλε τα λεφτά στη τσέπη και έφυγε.
Έννοιωθε περίεργα.
Το βλέμμα αυτής της γυναίκας τον συνώδευε σε όλη τη διαδρομή μέχρι το σπίτι.
Και μετά που έφτασε στο σπίτι. Και μετά που έπεσε για ύπνο.

Ήθελε να κλάψει, αλλά δεν έκλαιγε.
Ήταν σαν να έκλαιγε μέσα του και δεν ήξερε γιατί.
Σίγουρα δεν έκλαιγε για τη γυναίκα αυτή.

Όταν είχε νοιώσει άβολα και είχε σκύψει το κεφάλι κάτω είχε προσέξει ότι η φούστα που φορούσε ήταν ταλαιπωρημένη και λεκιασμένη.
Το ίδιο και τα πάνινα παπούτσια της.

Το βλέμμα της, όμως, ήταν τόσο καθάριο, ούτε ίχνος από κακομοιριά.
Είχε συναντήσει έναν άνθρωπο που δεν είχε τίποτα και δεν ήθελε τίποτα.
Η ευγένειά της μαρτυρούσε ότι δεν έννοιωθε να την είχε αδικήσει κανείς.

Η άρνησή της να δεχτεί τα λίγα χρήματα τον είχε κάνει να νοιώσει άβολα.
Η ευγένειά της, όμως, τον είχε κάνει να μην νοιώσει ντροπή.

Πριν κάμποσο καιρό, είχε δεί έναν ηλικιωμένο να ψάχνει σε έναν κάδο σκουπιδιών.
Τον είχε πλησιάσει και του είχε τείνει το χέρι να του δώσει λίγα λεφτά να τον κεράσει έναν καφέ.
Το βλέμμα του ηλικιωμένου καθώς κοίταξε το χέρι του και στη συνέχεια ξαναστράφηκε στον κάδο χωρίς να πει λέξη τον είχε κάνει να νοιώσει ντροπή.
Ήταν ένα βλέμμα που του έλεγε πολλά.

Η γυναίκα αυτή δεν του μετέφερε την αίσθηση αυτή.
Την ευγνωμονούσε γιαυτό.

Σκεφτόταν να περάσει από κείνο το δρομάκι ξανά να δει εκείνη την πλάτη
και να λειτουργηθεί έξω από την εκκλησιά.

Ετικέτες: Ιστορίες