Κάποιοι σύνδεσμοι σε πηγές τεκμηρίωσης που παρατίθενται στα κείμενα ενδέχεται να μην είναι ενεργοί. Κάποιες από τις πηγές μπορούν να ανακτηθούν συμπληρώνοντας το URL του συνδέσμου (δεξί κλικ στο σύνδεσμο) στο Wayback Machine (http://archive.org/index.php)

2.9.11

Ένας αντεστραμμένος κόσμος

Υπήρξε ένας κόσμος κάπου στο σύμπαν.
Πολλά παράξενα συνέβαιναν στον κόσμο αυτό.
Το περίεργο είναι ότι οι περισσότεροι στον κόσμο αυτό δεν το συνειδητοποιούσαν.

Μόνο λίγοι ήταν αυτοί που τόβλεπαν αλλά δεν ήξεραν πως να κάνουν να το δουν και οι άλλοι.
Γιατί μια από τις παραξενιές του κόσμου αυτού ήταν ότι όλα φαινόντουσαν ανάποδα.
Ήταν ένας αντεστραμμένος κόσμος.

Κάποιοι λένε ότι αυτό δεν ήταν πάντα έτσι.
Υπήρξαν εποχές που ο κόσμος αυτός δεν είχε αντιστραφεί.

Λίγοι μόχθησαν να εμποδίσουν την αντιστροφή αυτή.
Αλλά καθώς αυτή συνέβαινε αργά οι περισσότεροι δεν μπορούσαν να την αντιληφθούν και κατηγορούσαν αυτούς που μιλούσαν για αυτό.
Τους κατηγορούσαν ότι είναι συκοφάντες και εχθροί του κόσμου τους.

Γι αυτό, τους λίγους που επέμεναν και προσπαθούσαν να τους δείξουν πόσο ανάποδα γυρίζει ο κόσμος τους τους θεωρούσαν τρελούς.
Τους απομόνωσαν και τους περιγελούσαν.

Τους λίγους που κατάφερναν να βγαίνουν από τα κλουβιά που τους έκλειναν και ξαναπροσπαθούσαν τους ονόμαζαν εχθρούς του κόσμου τους και τους εξαφάνιζαν.

Έτσι ο κόσμος αυτός συνέχιζε την αντιστροφή του κι έφτασε κάποια στιγμή να έχει πλήρως αντιστραφεί.

Σιγά σιγά, όμως, κάτι πολύ περίεργο άρχισε να γίνεται αντιληπτό στον κόσμο αυτό.
Έτσι φαινόταν. Ότι ήταν περίεργο.
Στην πραγματικότητα όμως δεν ήταν καθόλου περίεργο. Ήταν νομοτελειακό.

Τριγμοί άρχισαν να ακούγονται παντού.
Οι περισσότεροι δεν μπορούσαν να δουν ότι ήταν γιατί ο κόσμος είχε αναποδογυρίσει και δεν μπορούσε πια να σταθεί.

Κόσμος που είχε αντιστραφεί δεν μπορούσε να ευσταθεί για πολύ.
Ο κόσμος αυτός παραβίαζε όλες τις αρχές του σύμπαντος.
Είχε φέρει τα πάνω κάτω.

Ήταν σαν μια πυραμίδα που στηριζόταν στην κορυφή και όχι στη βάση.
Οι λίγοι ήταν αυτοί που κάνανε κουμάντο.

Οι πολλοί ήταν όπως το έρμα σε ένα πλοίο. Τους χρειάζονταν για να συνεχίζουν την πορεία τους προς την κορυφή.
Όταν πέφτανε σε φουσκοθαλασσιά ξεφόρτωναν κάποιο από το έρμα για να διασωθούν αυτοί.

Όσοι παρέμεναν από τους πολλούς δεν διαμαρτύρονταν γι αυτό.
Δασώνονταν κι αυτοί μαζί με την κορυφή
και πίστευαν ότι θα φτάσουν κι αυτοί κάποτε σε αυτή.
Κάποιοι μάλιστα έβαζαν και οι ίδιοι πλάτη και βοηθούσαν στο ξαλάφρωμα αυτό.

Έφτασε, όμως, κάποια στιγμή που οι φουσκοθαλασσιές έγιναν πολύ συχνές και πολύ απειλητικές.
Το έρμα έπρεπε πολύ να ξαλαφρωθεί.

Αυτοί που είχαν απομείνει βλέπανε ότι κινδυνεύουν κι αυτοί να ξαλαφρωθούν.

Επεκράτησε πανικός.
Οι μεν κατηγορούσαν τους δε και μερικές φορές εξυμνούσαν το ξαλάφρωμα που γινόταν από την κορυφή.
Τους έλεγαν ότι το πρόβλημα ήταν αυτοί από το έρμα που το ανακάτευαν και το κάνανε κινητικό.
Ήταν αυτοί που όταν τους ξαλάφρωναν δεν το δεχόντουσαν αυτό.
Αντιστεκόντουσαν και το έρμα από στατικό γινόταν κινητικό. Κι έτσι πιο βαρύ.

Λίγοι μόνον διερωτώντουσαν για τις φουσκοθαλασσιές.
Λίγοι διερωτόντουσαν γιατί πύκνωναν και ήταν τόσο απειλητικές.

Πιο λίγοι μπορούσαν να δουν και να δεχθούν ότι οι φουσκοθαλασσιές δεν ήταν νομοτελειακές.
Ήταν το κλάμα αυτών που ξεφόρτωναν τόσο καιρό.




Ετικέτες: Ιστορίες ,  Πλανήτης ΦΕΥ