Κοίτούσε ένα άγαλμα. Πέτρινο ή μαρμάρινο. Πάνω σε βάθρο.
Ήταν μια γυναικεία μορφή. Αρχαιοελληνική.
Το κεφάλι ήταν καλοσχηματισμένο, το σώμα ασχημάτιστο, στυλοειδές.
Τα μάτια του άρχισαν να κινούνται. Την κοιτούσαν.
Εκφραστικά μάτια, γεμάτα ζωή. Της χαμογελούσε.
"Νοιώθεις εγκλωβισμένο μέσα στην πέτρα", το ρώτησε.
"Οχι", της απάντησε.
Την κοίταζε, το κοίταζε.
Ξαφνικά το άγαλμα κατέβηκε από το βάθρο του.
Άρχισε να κινείται προς το μέρος της.
Σερνόταν!
Η ομιλία την είχε εντυπωσιάσει. Ένοιωθε οικεία.
Το χαμόγελο την είχε καθηλώσει. Η πέτρα δεν ήταν ορατή.
Μια απρόσμενη φιλία!
Το σύρσιμο την αναστάτωσε. Η πέτρα έγινε ορατή.
Ένοιωσε απειλή.
Η μορφή δεν έμοιαζε πια χαμογελαστή.
Ήταν παγίδα? Θα πέτρωνε κι αυτή αν την άγγιζε?
Πήγε να τρέξει, να ξεφύγει.
Πρόφθασε? Πέτρωσε κι αυτή?
Έχει καιρό να φανεί.